Μετά από μία ιδιαίτερη μουσική εβδομάδα από άποψη κυκλοφοριών, είπαμε να εστιάσουμε σ’ έναν φετινό δίσκο που βγήκε το καλοκαίρι και ο οποίος μας είχε εντυπωσιάσει. Πρόκειται για το «King’s Disease II» από τον θρυλικό Nas και με αυτόν τον τρόπο θέλουμε να κλείσουμε κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς σ’ ότι αφορά τα missing reviews. Ίσως βέβαια να το κάνουμε και για άλλους λόγους πέρα από τα χρωστούμενα, ας πούμε για ψυχοθεραπευτικούς λόγους.

Η αλήθεια είναι ότι η προηγούμενη εβδομάδα στιγματίστηκε από τα σημαντικότερα releases της σεζόν, αλλά τόσο ο Kanye  όσο και Drake μας κούρασαν με τη συνολική διάρκεια των δίσκων τους και τα πάμπολλα fillers στο εκάστοτε project. O Nas ακολουθεί τον ακριβώς αντίθετο δρόμο και μαζεύει τον 13o solo δίσκο εστιάζοντας στα σημαντικά πράγματα της ζωής. 15 κομμάτια, περίπου 50 λεπτά συνολικής διάρκειας και λίγα και καλά feats. To βασικότερο όπλο του «King’s Disease II» δεν είναι μονάχα η έμπειρη πένα του αγαπημένου Αμερικανού rapper, αλλά η παρουσία του  Hit-Boy σ’ όλο το δίσκο ως beatmaker ο οποίος δηλώνει πανταχού παρών. Η επιλογή αυτού του πλάνου μόνο τυχαία δεν ήταν, αφού το ίδιο ακριβώς concept ακολουθήθηκε και το 2020 με το «King’s Disease» το οποίο προσέφερε για πρώτη φορά στον Nas το πολυπόθητο Grammy του «Καλύτερου Rap δίσκου».

Στη λογική του «ομάδα που νικάει δεν αλλάζει» οι δύο καλλιτέχνες συνεχίζουν το έργο τους και φέτος, αλλά σ’ ένα κάπως πιο σκοτεινό μοτίβο. Ενώ το περσινό δείγμα ήταν αρκετά πιο πομπώδες, ο Hit-Boy προσφέρει στον Nas μία παρόμοια πλατφόρμα, αλλά με κατά διαστήματα πιο raw ύφος. Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η καλλιτεχνική προσέγγιση ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο ο Nas μοιάζει τόσο συγκεντρωμένος ή αν η πιο συγκροτημένη σκέψη του rapper είναι αποτέλεσμα της περσινής έναρξης ενός νέου κεφαλαίου, αλλά αυτό που μετράει είναι το θετικό αποτέλεσμα.

Ο Nas δείχνει να γνωρίζει από το πρώτο κι όλας κομμάτι («The Pressure») ποιες είναι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας καλλιτέχνης μέσα από τη ζωή που κάνει και το μεταφέρει στον ακροατή μ’ έναν αυθεντικό και ξεκάθαρο τρόπο. Στο αμέσως επόμενο κομμάτι έρχεται το πρώτο μεγάλο highlight («Death Row East») αλλάζοντας εντελώς θεματολογία, αποδεικνύοντας ότι δεν θα ακούσουμε απλά ένα album για τα εσωτερικά προβλήματα και τις ανησυχίες του θρυλικού MC. Απολαμβάνουμε μία εξιστόρηση γεγονότων, για την σχέση του με τον 2Pac και την παρ ‘ολίγον ίδρυση της Death Row East η οποία «χάλασε» εξαιτίας της δολοφονίας του Tupac Shakur. Τρομερή ατμόσφαιρα η οποία επιτυγχάνεται και με την παραγωγή του Hit-Boy o oποίος προσπαθούσε να πετύχει τα vibes ενός beat που θα μπορούσε να’χε γράψει ο αδικοχαμένος Johnny J για τον 2Pac.

Παρ’ ότι υπάρχει αυτή η εναλλαγή συναισθημάτων μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, ο δίσκος δεν ακούγεται ποτέ αναχρονιστικός ή σκονισμένος. Στο κομμάτι «EPMD 2» εμφανίζονται οι θρυλικές μορφές των Eminem & EPMD, μ’ έναν ήχο που ακροβατεί ανάμεσα στα συναισθήματα ενός παλιού Hip-Hop head και ενός νεαρού ακροατή που streamάρει διάφορα albums. To «King’s Disease II» δεν πέφτει ουσιαστικά στην παγίδα να προσπαθεί να γίνει αρεστό σ’ ένα συγκεκριμένο γκρουπ ανθρώπων, αλλά επιμένει να τραβήξει τον (εν μέρει) παραδοσιακό Hip-Hop δρόμο του και όπου βγάλει.

Στη μέση του δίσκου παρατηρείται μία μικρή κοιλιά, η οποία αντιμετωπίζεται με το εξαιρετικό «Nobody» σε συνεργασία με την Lauren Hill το οποίο δεν είναι ένα νέο «If I Rule The World», αλλά έχει την δική του ομορφιά. Το «Brunch On Sundays» ανήκει σίγουρα στις πιο αδιάφορες στιγμές του LP, ενώ κάποιο μεγάλο διαχρονικό hit δεν μπορούμε να εντοπίσουμε για την ώρα. Κρίνοντας και από την εμπορική επιτυχία των singles, μάλλον αυτή η αίσθηση που είχαμε για τον συγκεκριμένο τομέα ήταν ορθή.

Δε νομίζουμε όμως ότι τον Nas τον ενδιέφερε και ιδιαίτερα κάτι τέτοιο στην φάση στην οποία βρίσκεται. Εννοείται ότι όλοι οι καλλιτέχνες κυνηγούν την (οικονομική και εμπορική) επιτυχία, αλλά το «King’s Disease II» μοιάζει περισσότερο με την επιμονή δύο καλλιτεχνών να συνεχίσουν κάτι που ξεκίνησαν με ιδανικό τρόπο και να το εξελίξουν σε κάτι καλύτερο. Ένα χρόνο μετά, οι Nas και Hit-Boy πέτυχαν ακριβώς αυτό το πράγμα, να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους, να δέσουν καλύτερα και να παρουσιάσουν μία βάση που βγάζει προς τα έξω τον καλύτερο εαυτό μίας παλιάς καραβάνας όπως είναι ο Nas, χωρίς να ακούγεται σαν boomer που κλαίγεται για το παρελθόν ή που τα βάζει με τα πιτσιρίκια της Trap. Χωρίς πολλά μουσικά ρίσκα και με όπλο την ποιότητα των στίχων και της συνολικής ατμόσφαιρας, ο Nasir Jones μοιάζει να έχει στρογγυλοκαθίσει πάνω στο νέο του θρόνο, ανοίγοντας μας την όρεξη για ένα τρίτο μέρος αυτής της σειράς.

Κομμάτια Που Ξεχώρισαν: “Death Row East”, “40 Side”, “EPMD 2”, “Rare””, “Nobody”

Βαθμολογία:

4/5
About Author

Έκτωρ Αποστολόπουλος