Ένας από τους πιο ωραίους μύθους γύρω από την ιστορία του Dr. Dre είναι εκείνος σχετικά με την καθυστερημένη αναγνώριση των solo δίσκων του από την κοινή γνώμη. Για κάποιον λόγο τον οποίο ποτέ δεν κατάλαβαν όσοι έχουν καλή μνήμη, μεταφέρεται η γενικότερη άποψη του «ένας δίσκος χρειάζεται μήνες, χρόνια για να καταλάβει κανείς την πραγματική του αξία» ως αξία και αποκλειστικό χαρακτηριστικό των προσωπικών albums του «δόκτορα». Γενικότερα, επικρατεί η άποψη ότι όταν έβγαλε το «The Chronic» και το «2001» ο κόσμος πέταγε τα CDs του θυμωμένος από τα παράθυρα επειδή είχε απογοητευτεί για διάφορους λόγους («δεν μοιάζει με τα παλιά του») και ότι αργότερα αναγνωρίστηκαν ως classics.

Η ύπαρξη μεγάλων κενών μεταξύ των κυκλοφοριών των εκάστοτε LPs θα μπορούσε να είναι ένας λόγος γύρω από αυτή την αστεία συντήρηση του συγκεκριμένου μύθου. Το «The Chronic» θεμελίωσε το G-Funk ως έναν ολοκαίνουργιο ήχο που ήταν έτοιμος να καταλάβει όλα τα αμερικανικά ραδιόφωνα και το «2001» είχε κομμάτια μέσα που από το πρώτο δευτερόλεπτο ήξερες ότι θα είναι «monster hits». Όποιος θέλει να λέει στον εαυτό του ότι ο κόσμος γύρισε την πλάτη του όταν πρωτοάκουσε τα ρεφρέν του Nate Dogg και αργότερα τα αγάπησε, μπορεί να το κάνει ελεύθερα, αλλά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Από την πρώτη στιγμή οι δίσκοι του μάζευαν critical acclaims και από την πρώτη στιγμή κομμάτια όπως το «Still D.R.E» και το «Forgot About Dre» είχαν γίνει viral στην προ-Youtube εποχή.

Μπορούμε να πούμε με μεγάλη σιγουριά ότι το «Compton» δεν εισάγει κάτι καινούργιο και σίγουρα δεν υπάρχει κάποιο κομμάτι το οποίο θα μπορέσει να χαρακτηριστεί ως θρυλικό hit single. Η πρώτη άποψη στηρίζεται σε γεγονότα και η δεύτερη σε μία προσωπική εκτίμηση/πρόβλεψη. Ο Dr. Dre αποφάσισε να στηριχθεί και να ακολουθήσει εν μέρει τα ρεύματα της εποχής, όπως στο «Talk About It» το οποίο θα μπορούσε να βρίσκεται και σ’ έναν δίσκο του Rick Ross. Τώρα, τον λόγο για τον οποίο θα χαρακτηριστεί ξαφνικά από κάποιους ως «επαναστατικό, καινοτόμο»,  ενώ άμα έγραφε πάνω «prod. By Beat Billionaire» θα’ταν «μια από τα ίδια» προφανώς και τον καταλαβαίνουν οι περισσότεροι ακροατές και αναγνώστες.

Η προσμονή για την κυκλοφορία ενός νέου δίσκου του Dr. Dre δημιουργεί εύκολα δύο πόλους, αυτούς που απογοητεύονται επειδή δεν ζουν μέρες 1999 και τους υπόλοιπους που ξαφνικά νομίζουν ότι ακούν κάτι μαγικό και ολόφρεσκο. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική, αφού με σοβαρά και μελετημένα βήματα, ο δόκτορας καταφέρνει και στήνει τραγούδια με μοναδικό σκοπό να ταιριάζουν στο 2015 αλλά και στο προσωπικό του στυλ. Πράγματι, ενώ έχει δουλέψει με πολλούς παραγωγούς, πολλούς rappers, αρκετούς τραγουδιστές, ΟΛΟΙ προσαρμόζονται στο δικό του στυλ, στο δικό του ρυθμό και αποτελούν κομμάτι του δικού του project.

Προφανώς και θα ήταν ευχάριστο να ακούσουμε περισσότερα περίεργα, ιντριγκαδόρικα beats, όπως στο «άρρωστο» «Genocide», την απίστευτη ατμόσφαιρα του «Deep Water» και το υπερβολικά έντονο δεύτερο μέρος «Loose Cannons» μ’ έναν Xzibit που θα κάνει τον ακροατή να τρίβει τα αυτιά του και να αναρωτιέται «αν ο Mr. Pimp My Ride θυμήθηκε επιτέλους το ξεχασμένο του ταλέντο». Αντίθετα, υπάρχουν και κάποιες μέτριες προσπάθειες («Issues») και ένα μεγάλο πρόβλημα στο πάντρεμα των hooks με το υπόλοιπο project. Το «Compton» κατάφερε να κάνει μέχρι και τον Snoop Dogg να rapάρει σαν να είναι 15 χρόνια νεότερος και γενικότερα σαν δίσκος έχει μία ορμή η οποία δεν ταιριάζει με τα γλυκά και υπερβολικά soft ρεφρέν των τραγουδιστών. Με εξαίρεση τον τρομερό BJ The Chicago Kid στο «It’s All On Me» δεν υπήρχε ούτε ένα τραγουδιστό hook που να το θυμάται κάποιος πέντε μέρες αργότερα.

Και από την στιγμή που οι παραγωγές είναι καθαρές, ουσιαστικές και τα raps των μεγάλων ονομάτων σούπερ, προφανώς και φταίει ότι οι Justus, Anderson. Paak και Candice Pillay δεν είναι Nate Dogg (ούτε καν BJ The Chicago Kid). Οι μεγάλες στιγμές του δίσκου προέρχονται λοιπόν μέσα από την ουσία του «Compton» που δεν είναι άλλη από το συναίσθημα που βγάζει ο Dr. Dre μέσα από την μουσική του και τα προσωπικά rhymes. Υπάρχει μία στιγμή όπου όλο αυτό γίνεται τραγικά corny στα όρια της κλάψας («All In A Day’s Work»), αλλά τις περισσότερες φορές ο ακροατής το απολαμβάνει με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «Talkin To My Diary». Βέβαια, όσο σταθεροί και αν είναι οι στίχοι του Dre και των υπολοίπων, η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε όλους αυτούς με τον Kendrick Lamar και τον Eminem είναι κάτι παραπάνω από αισθητή. Μιλάμε αυτή την στιγμή για τα πιο φορμαρισμένα μικρόφωνα της αγοράς, με τον Slim Shady να αδικείται από την αρκετά generic παραγωγή που του δόθηκε. Αντίθετα ο Kendrick δούλεψε πάνω στο κινηματογραφικό «Deep Water», στο θετικό δεύτερο μέρος του «Gone» και στο «τρελό» «Genocide». Ειδικά στο τελευταίο είναι απορίας άξιο το πώς κατάφερε και δάμασε τόσο τέλεια τον άναρχο ρυθμό του.

To review του «Compton» θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 2000 λέξεις γιατί έχει τόσα πολλά διαφορετικά πρόσωπα, τόσα πράγματα που άρεσαν αλλά και που ξίνισαν, που κανονικά θα έπρεπε να υπάρξει μία αναφορά, μία ανάλυση για κάθε κομμάτι. Είναι δύσκολο να ξεπεράσει κάποιος τις απαιτήσεις που είχε από το όνομα Dr. Dre και τον τρίτο solo δίσκο του και ακόμη πιο δύσκολο να αποφύγει κανείς την επιρροή του «πρέπει να μου αρέσει αυτό, αφού είναι Dre» και ξαφνικά να αρχίζει να γουστάρει κομμάτια που άμα είχαν άλλο παραγωγό ενδεχομένως να μην τον ενθουσίαζαν. Ίσως το μεγαλύτερο λάθος του «Compton» είναι ο τίτλος του και το εξώφυλλο, αφού δύσκολα μπορεί να συναντήσει κανείς έναν ήχο που να χαρακτηρίζει την West Coast ή ένα vibe που να ξεπερνάει την απλή παρουσία των Ice Cube και Snoop Dogg σε κάποια κομμάτια. Πρόκειται περισσότερο για μία αρκετά προσωπική δουλειά, ένα soundtrack για τον εαυτό του το οποίο διαφέρει αρκετά από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του. Όχι μόνο μουσικά, αλλά και σαν στήσιμο. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι ενδεχομένως να μην  θέλουν να το δουν ούτε ζωγραφιστό μπροστά τους. Που θα ξενερώσουν μετά την πρώτη ακρόαση. Δικαίωμά τους. Η αλήθεια είναι ότι αν είσαι fan της Hip Hop σκηνής, θα πάρεις τον χρόνο σου να απολαύσεις τις καλές στιγμές του «Compton», οι οποίες θα ανήκουν στις κορυφαίες της σεζόν. Στις υπόλοιπες που μπορεί να μην τις γουστάρεις και τόσο θα κάνεις λίγο τον «Κινέζο» και θα ανεβάσεις την ένταση του media player για να κουνήσεις το κεφάλι σου στον ρυθμό του The Game και μίας παραγωγής που θα έμπαινε μόνο ως bonus track (και αν) στο «The Documentary». Γιατί; Επειδή είναι ο αγαπημένος μας doctor και γιατί περιμέναμε τόσα χρόνια να απολαύσουμε το μοναδικό του στυλ στον τομέα της παραγωγής και του ex. producing γενικότερα. Έστω και χωρίς μεγάλα anthems τα οποία θα τα χορεύουμε και θα τα γουστάρουμε για τα επόμενα 10-20 χρόνια…

drdre-compton

Βαθμολογία:

Κομμάτια Που Ξεχώρισαν: «Genocide», «It’s All on Me», «Gone», «Loose Cannons (δεύτερο μέρος)», «Talking to My Diary»

Tracklist:

1. Intro
2. Talk About It [ft. King Mez & Justus]
3. Genocide [ft. Kendrick Lamar, Marsha Ambrosius & Candice Pillay]
4. It’s All on Me [ft. Justus & BJ the Chicago Kid]
5. All in a Day’s Work [ft. Anderson Paak & Marsha Ambrosius]
6. Darkside/Gone [ft. King Mez, Marsha Ambrosius & Kendrick Lamar]
7. Loose Cannons [ft. Xzibit & COLD 187um]
8. Issues [ft. Ice Cube & Anderson Paak]
9. Deep Water [ft. Kendrick Lamar & Justus]
10. One Shot One Kill [ft. Snoop Dogg]
11. Just Another Day [ft. Asia Bryant]
12. For the Love of Money [ft. Jill Scott & Jon Connor]
13. Satisfaction [ft. Snoop Dogg, Marsha Ambrosius & King Mez]
14. Animals [ft. Anderson Paak]
15. Medicine Mane [ft. Eminem, Candice Pillay & Anderson Paak]
16. Talking to My Diary

About Author

Έκτωρ Αποστολόπουλος