Εδώ και μέρες βρισκόμουν σε δίλημμα για το ποια albums να διαλέξω για το πρώτο «Η Μονομαχία των Δίσκων». Σκέφτηκα όμως το εξής: τι πιο εύκολο να βάλω απέναντι δυο κυκλοφορίες που ξεχώρισαν τις τελευταίες εβδομάδες και που φιλοξενήθηκαν από το MP3 player μου. Από την μία έχουμε την μεγάλη επιστροφή των Souls Of Mischief με το «Montezuma’s Revenge» και στην αντίπερα όχθη την συνεργασία των O.C. και A.G. ( D.I.T.C) με τον τίτλο «Oasis: Together Brothers».


ΚΑΝΟΝΕΣ
Με αυτή την μορφή κριτικής παρουσιάζω ένα 2 σε 1 review με μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση. Σε κάθε κατηγορία που υπερέχει κάποιο άλμπουμ θα του πιστώνεται ένας βαθμός. Στις κατηγορίες όπου και οι δύο δίσκοι είναι ισάξιοι θα παίρνουν και οι δυο από έναν πόντο. Εάν υπάρξουν περιπτώσεις όπου και οι δυο προσπάθειες υστερούν ή δεν μπορούν να κριθούν δεν θα κερδίζουν κανένα πόντο. Οι βαθμολογίες στο τέλος βγαίνουν με τον ίδιο τρόπο όπως όλες οι κριτικές δίσκων στο Beat – Town.




Η πρώτη εντύπωση: Ο πρώτος πόντος πάει με μεγάλη ευκολία στους Souls Of Mischief. Τα πρώτα κομμάτια όπως «Won», «Postal» και «Tour Stories» μπαίνουν δυναμικά στο ψητό του LP. Λυρικά και το «Oasis» έχει μια άκρως ικανοποιητική αρχή, που υστερεί όμως στο θέμα της συνολικής ενέργειας που έβγαλε ο “αντίπαλος”. (1-0)

Παραγωγές: Τα ονόματα που κοσμούν την production των δύο δίσκων θα την ζήλευαν οι περισσότεροι ράπερ. Το «Montezuma’s Revenge» έχει ένα πολύ σοβαρό δέσιμο σαν δίσκος, ακούγεται αρκετά ευχάριστα από την αρχή ως το τέλος κι αυτό το οφείλει στο ότι ανέθεσαν τις παραγωγές σε ένα άτομο. Και όχι σε όποιον και όποιον, αλλά στον Prince Paul που έκανε εξαιρετική δουλειά. Μόνο σε τέσσερα κομμάτια δεν έχει άμεση σχέση, γεγονός που κατά την διάρκεια της ακρόασης δεν γίνεται αντιληπτό. Στο «Oasis» θα βρουν οι fans τους Static Selectah, Lord Finesse, Davel “Bo” McKenzie, Showbiz, Dj Premier και στο μεγαλύτερο μέρος τον E-Blaze. Σαν σύνολο δεν εντυπωσιάζει, αφού υπάρχουν τρία – τέσσερα tracks όπου η παραγωγή είναι λίγο μέτρια, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν κάποια skips. Αν και ο πόντος πάει εμφανέστατα στους Souls Of Mischief, αξίζει να αναφερθούμε σε δυο – τρία beats του «Oasis» όπου ο ακροατής χάνεται και παρασύρεται από την πολύ ωραία και παρορμητική μουσική. (2-0)

Παρουσία των καλλιτεχνών/ Περιεχόμενο : Κακά τα ψέματα, εδώ βρίσκεται το ζουμί και στα δυο albums. Τα λυρικά επίπεδα είναι πολύ υψηλά, οι τεχνικές στο ραπάρισμα σε κάνουν να θέλεις κι άλλο, και από το κάθε τραγούδι μπορείς να κρατήσεις πολύ καλούς στίχους στο μυαλό σου. Τι να προτιμήσει κανείς ανάμεσα σε αυτούς τους καλλιτέχνες?? Η τετράδα από την Δυτική Ακτή μας παρουσιάζει κομμάτια σαν το «Poets» ή το «La la la» όπου υπάρχει μια εκπληκτική χημεία και μία πλούσια αλλαγή στην θεματολογία. Ακόμα και τα skits είναι πετυχημένα, όπως π.χ. το «Mr. Freeman» με τον Morgan Freeman να εμφανίζεται και να κλέβει την παράσταση. Το ίδιο σκηνικό εξελίσσεται και στο Oasis, με την μόνη διαφορά ότι οι Souls Of Mischief είναι περισσότεροι σε αριθμό ράπερ και προτείνουν στον ακροατή περισσότερες εναλλαγές. Η δύναμη των O.C. & A.G βρίσκεται σε κάποια rhymes που θα σου μείνουν για αρκετό καιρό στο υποσυνείδητο. Όταν ένα τραγούδι ξεκινάει με: Everybody wants to be Pac/ Noone wants to get shot/ Everybody wants heaven/nobody wants death και συνεχίζει να προσφέρει ατάκες, πώς να μην βάζει υποψηφιότητα για ένα από τα καλύτερα του 2009? Όταν αρχίζει ένα τραγούδι με τόσο ειλικρινά rhymes όπως στο «God’s Gift», πως να μην κάτσεις να τους ακούσεις με προσοχή? Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποιους από τους κεντρικούς rapper του άρθρου, γι αυτό σημειώσετε X. (3-1)

Συμμετοχές: Πέρα από κάποια γυναικεία vocals δεν υπάρχει κάτι άλλο. Η Mirror Image στο Oasis που εμφανίζεται στα δύο κομμάτια έχει μέτρια φωνή και θα έλεγα πως περνάει ψιλό – απαρατήρητη. No points! (3-1)

Τα καλύτερα κομμάτια: Στο «Montezuma’s Revenge» υπάρχουν τα σημεία αναφοράς, αλλά όπως είπα και πιο πάνω, η δύναμη του album βρίσκεται στο σύνολο. Έτσι, σε αυτόν τον τομέα ο O.G. και ο A.G. έχουν εμφανέστατα το πάνω χέρι. Δημιουργίες σαν το «Contagious» ή το «Pain» υπάρχουν για να κοσμούν τα καθημερινά playlist και tracklist στον υπολογιστή του καθενός.  (3-2)

Τα χειρότερα tracks: Στο Monetzum’as Revenge» οι δυο-τρεις λιγότερο καλές προσπάθειες δεν ξεχωρίζουν εύκολα. Δεν υπάρχουν τα skips που βγάζουν μάτια κι αυτό επειδή ο ήχος ενώνει τα τραγούδια μεταξύ τους. Συν τοις άλλοις απουσιάζουν τα beats που να είναι πολύ χαμηλότερου επιπέδου με τα υπόλοιπα. Στο «Oasis» οι μόνοι λόγοι για τους οποίους θα επιλέξει κάποιος να προσπεράσει ένα τραγούδι, είναι ότι το ρεφρέν μπορεί να κουράσει λίγο («Young With Style») ή η παραγωγή να μην είναι πολύ ενδιαφέρουσα ώστε να σε κερδίσει. (4-2)

Αντοχή στον χρόνο: Στην συγκεκριμένη αντιπαράθεση, παίζει καθαρά το προσωπικό γούστο του καθενός. Την δισκογραφική δουλειά της westcoast τετράδας υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να την επιλέξει κάποιος για πολλοστή φορά στο στερεοφωνικό του. Κάποιος που δεν ακούει συχνά ολόκληρα LP’s μπορεί να το ξεχάσει το «Montezuma’s Revenge» σε βάθος χρόνου. Το “Oasis» από την άλλη έχει τα 7-8 τραγούδια που τα παίρνεις σαν καθημερινά χαπάκια με εντολή γιατρού. Ένας βαθμός για τον καθένα. (5-3)

Εξώφυλλο: Ο extra γύρος του άρθρου που λίγη σημασία έχει για τους λάτρεις της μουσικής, αλλά κι αυτό είναι μέρος των LPs. Το 5ο κατά σειρά album των Mischief χαρακτηρίζεται από μια ζωγραφιά που βγάζει γέλιο και πάνω απ’ όλα θετική ενέργεια. Σου περνάει το μήνυμα ότι το γνωστό group επέστρεψε με όρεξη. Το εξώφυλλο του «Oasis είναι αυτό που ονομάζουμε eye catcher. Κεντρίζει εύκολα το ενδιαφέρον ανάμεσα σε 10-20 albums που έχουν συνηθισμένα CD-Covers και σίγουρα ξεχωρίζει. (5-4)

Τελικό Score:     5-4



VS.                                                                                                                                                                                                                VS                                                                                                                                                                                                                                                         VS
.
h
Αποτέλεσμα: Σαν ολοκληρωμένες δουλειές θα έλεγα ότι οριακά το Souls Of Mischief είναι καλύτερο. Κερδίζει στις λεπτομέρειες και πραγματικά χαίρεσαι να ακούς ένα group να παραμένει τόσο πιστό και αυθεντικό στο στυλ του χωρίς να κουράζει ή να παραμένει στατικό . Η μόνη αδυναμία είναι ότι δεν υπάρχουν οι μεμονωμένες στιγμές μεγάλου εντυπωσιασμού που προσφέρουν απλόχερα οι O.G. και A.G. Προσωπικά θα έλεγα πως πρόκειται για δυο από τους καλύτερους Hip-Hip δίσκους του 2009, με κατά διαστήματα άριστα beats και με περιεχόμενο που χαρακτηρίζεται εύκολα ως αστείρευτη πηγή σοβαρού rhyming.

Βαθμολογία:

Souls Of Mischief – Montezuma’s Revenge

O.C. & A.G. – Oasis: Together Brothers



Souls Of Mischief – Tour stories



O.C. & A.GReality Is

About Author

Έκτωρ Αποστολόπουλος